WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
| Κύριες μεταφράσεις |
| night out n | (evening or nighttime social outing) | έξοδος ουσ θηλ |
| Σχόλιο: Συχνά χρησιμοποιείται το ρήμα «βγαίνω», πχ «Περάσαμε πολύ ωραία την Παρασκευή που βγήκαμε. Έπρεπε να έχεις έρθει». |
| | We had a great night out on Friday – you should've come. |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026: